ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
MΗΝΥMA
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΕΚΚΛΗΣΙΑ/ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΕΡΓΑ
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
ΞΕΝΑΓΗΣΗ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΜΟΡΦΕΣ ΑΓΩΝΩΝ
ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ/ΔΩΡΗΤΕΣ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
ΠΩΣ ΝΑ ΕΡΘΕΤΕ
ΛΕΥΚΩΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

  ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ
 

Παραδοσιακά επαγγέλματα

Στις Κάτω Πλάτρες επιβίωσαν μια σειρά από παραδοσιακές τέχνες, όπως του κατασκευαστή τούβλων και κεραμιδιών, του «τορνάρη», του παπλωματά και του «σκαρπάρη» ή αλλιώς «τσαγκάρη». Η πιο διαδεδομένη τέχνη ήταν του «τορνάρη», γι’ αυτό άλλωστε το χωριό, παλαιότερα, ήταν γνωστό και ως Τορνάρηδες. Ας γνωρίσουμε, όμως καλύτερα, τις παραδοσιακές ασχολίες των κατοίκων του χωριού.

Η βασική ασχολία των κατοίκων του χωριού, όπως προαναφέρθηκε,  ήταν η επεξεργασία και η διακόσμηση του ξύλου και σπανιότερα των αγγείων με τόρνο. Ο τόρνος, το βασικό εργαλείο των ξυλογλυπτών αλλά και των αγγειοπλαστών ήταν χειροκίνητος.  Το εργαλείο αυτό αποτελείτο  από «δυο χοντρές μορίνες» ή αλλιώς δοκάρια,  με ορθογώνια διατομή, οι οποίες τοποθετούνταν παράλληλα στο δάπεδο.

Το τόρνεμα τόσο του ξύλου όσο και του αγγείου απαιτούσε αρκετή δεξιοτεχνία και προσοχή. Λόγου χάρη, για να διακοσμηθεί ένα μέρος του ξύλου έπρεπε αρχικά να σχηματοποιηθεί μ’ ένα σκεπάρνι. Στη συνέχεια,  τοποθετείτο στον τόρνο. Ο τεχνίτης συνήθως καθόταν σ’ ένα σκαμνί  κρατώντας με το ένα του χέρι το δοξάρι και με το άλλο το σμιλάρι ή τη «δρούπα», δηλαδή σκαρπέλα διαφόρων ειδών-«στρογγυλή, ίσια, μεσαία, στενή». Με τη χορδή του δοξαριού τόρνευε την περιφέρεια του ξύλου. Καθώς κινούσε το δοξάρι του τόρνου ταυτόχρονα με το σμιλάρι ακουμπούσε το ξύλο, το οποίο ήθελε να διακοσμήσει.

Τα συνηθέστερα διακοσμητικά μοτίβα πάνω σε ξύλα ήταν οι ρόδακες, τα κλαδιά, τα λουλούδια  και πολλά γεωμετρικά σχέδια. Συχνά τα σχέδια γινόντουσαν ανάλογα με την παραγγελία.

Δυστυχώς η τέχνη επεξεργασίας αντικειμένων με τόρνο έχει σχεδόν εκλείψει. Παρ’ όλα αυτά,  την θαυμάσια αυτή τεχνική «θυμίζουν» μέχρι τις μέρες μας, αρκετά από τα έπιπλα που κοσμούν τα παραδοσιακά σπίτια των Κάτω Πλατρών.

Αρκετοί κάτοικοι του χωριού  εργάζονταν σε υπαίθρια εργαστήρια κατασκευής τούβλων και κεραμιδιών.  Οι εργάτες αρχικά «κοσσινίζαν» το ντόπιο χώμα, έκαναν δηλαδή διαλογή των λίθων από το χώμα. Το «καθαρό» χώμα, μ’ άλλα λόγια αυτό που δεν περιείχε πέτρες το τοποθετούσαν σε ειδικά καλούπια. Έπειτα,  έψηναν το χώμα στα καμίνια, δηλαδή μικρούς φούρνους συνήθως πρόχειρα κατασκευασμένους από χώμα και τούβλα. Η τέχνη της  κατασκευής χειροποίητων τούβλων και κεραμιδιών στις Κάτω Πλάτρες επέζησε μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα.

Ο παπλωματάς αποτελεί άλλο ένα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα που επιβίωσαν στις Κάτω Πλάτρες και στις μέρες μας εγκαταλείφθηκαν εντελώς. Ο παπλωματάς του χωριού έραβε «βαμβακερά παπλώματα, στρώματα, ντιβάνια, καναπέδες, πολυθρόνες».

Ο παπλωματάς ήταν γυρολόγος, μ’ άλλα λόγια γυρνούσε τόσο στο χωριό όσο και στα γειτονικά χωριά διαλαλώντας το επάγγελμά του. Είχε πάντοτε μαζί του, το «δοξάρι» του, ένα ξύλινο όργανο σε σχήμα τόξου, το οποίο ρυθμιζόταν από ειδικό μοχλό.  Προτού, όμως, χρησιμοποιήσει το «δοξάρι» του, «άνοιγε» το βαμβάκι με το χέρι του σε μικρές τούφες.  Έπειτα, «δόξευε» το βαμβάκι, δηλαδή το χτυπούσε «κρατώντας το δοξάρι από το κέντρο βάρους του με το ένα χέρι πάνω στην ανοιγμένη μάζα του βαμβακιού».  Ακολούθως, το «δοξεμένο» βαμβάκι τοποθετείτο σε «σακουλωτό ύφασμα», μ΄ άλλα λόγια σ’ ένα χοντρό ύφασμα,  το οποίο έραβε στις άκριες ούτως ώστε να φτιάξει το πάπλωμα αφού πρώτα το χτυπούσε ελαφρά μ’ ένα λεπτό ραβδί.

Ο παπλωματάς καθώς χτυπούσε ελαφρά με το λεπτό ραβδί την επιφάνεια του παπλώματος, παρατηρούσε συνεχώς πως απλωνόταν το βαμβάκι. Μόλις το πάπλωμα έπαιρνε ομοιόμορφο πάχος τότε το έραβε. Οι ραφές γινόντουσαν σ’ όλη την επιφάνεια, συχνά σε μορφή διακοσμητικών σχημάτων.  

Τέλος, στο χωριό ήταν γνωστή και η τέχνη του «τσαγκάρη»  ή αλλιώς «σκαρπάρη» μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα. Ο τσαγκάρης κατασκεύαζε από δέρματα ζώων διάφορα υποδήματα αλλά κυρίως «ποδίνες», μπότες κατάλληλες για αγροτικές εργασίες.

 Τα βασικά εργαλεία του τσαγκάρη ήταν η λίμα, το «λαδάκονο» για το ακόνισμα, η «φαρσέττα», δηλαδή μακριά ατσάλινη λάμα για το κόψιμο των δερμάτων, η «δοντάγρα», δηλαδή ειδική τανάλια καθώς και μια ρόκα για το κλώσιμο της χοντρής κλωστής που λεγόταν «ραφίδι». Για τη βαφή των υποδημάτων χρησιμοποιούσε συνήθως «ξυδκιά»,  η οποία είχε μαύρο χρώμα και φτιαχνόταν από ξίδι, κομμάτια σίδερου και άχρηστα δέρματα. Ο τσαγκάρης συνήθιζε να περιφέρεται στα γειτονικά χωριά και να διορθώνει επί τόπου τα υποδήματα.

Παραδοσιακά εδέσματα

Στις Κάτω Πλάτρες, παρασκευάζονται, ακόμη και σήμερα, αρκετά από τα παραδοσιακά εδέσματα του νησιού, όπως «σταφύδκια», «έψημα», «παλουζές», «σουτζούκος» και «κιοφτέρκα».

Τα «σταφύδκια» ή αλλιώς σταφίδες είναι παραδοσιακά παράγωγα του σταφυλιού. Οι κάτοικοι του χωριού αποξηραίνουν τους καρπούς των σταφυλιών, έτσι ώστε να διατηρούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τα «σταφύδκια» προστίθενται σε αρκετά από τα παραδοσιακά εδέσματα, λόγου χάρη στις πασχαλινές «φλαούνες».

Το έψημα  είναι συμπυκνωμένος χυμός σταφυλιών, ο οποίος μοιάζει με μέλι φτιαγμένο με μούστο σταφυλιών. Το συγκεκριμένο γλυκό, φτιάχνεται κυρίως από μαύρα σταφύλια. Αρχικά αλέθονται τα σταφύλια και συγκεντρώνεται ο χυμός τους, γνωστός ως «μούστος» ή «μουστάρι». Στη συνέχεια, ο μούστος πρέπει να «χωχλάσει», δηλαδή να ζεσταθεί καλά, σε μια μεγάλη μαγείρισσα, το «χαρτζί». Τότε, με μια ειδική κουτάλα αφαιρείται ο αφρός που σχηματίζεται στην επιφάνεια του «χαρτζιού». Αμέσως μετά, κατεβάζουν το μείγμα από τη φωτιά και αφού κρυώσει το «χωχλάζουν» για άλλη μια φορά. Ταυτόχρονα, προστίθεται ασπρόχωμα, για να απορροφηθούν οι ακαθαρσίες και να μείνει ο μούστος καθαρός. Μ’ αυτό τον τρόπο παρασκευάζεται το «έψημα», ένα παχύρρευστο υγρό με μαύρο χρώμα και γλυκόξυνη γεύση.

Ο παλουζές αποτελεί άλλο ένα από τα παραδοσιακά γλυκά με βασικό συστατικό το μούστο. Ακολουθείται, αρχικά, η ίδια διαδικασία με την παρασκευή εψήματος με τη διαφορά πως στο «χαρτζί» προστίθεται αλεύρι. Το μείγμα πρέπει να ανακατεύεται διαρκώς έως ότου πήξει. Οι νοικοκυρές, ταυτόχρονα, προσθέτουν ροδόσταγμα, κανέλα και «μαστίχι». Ο παλουζές θεωρείται έτοιμος, όταν, όπως αναφέρουν οι γυναίκες του χωριού, «δεν κολλά πάνω στο πιάτο». Σερβίρεται συνήθως με αλεσμένους ξηρούς καρπούς, είτε καρυδιού είτε αμυγδάλου.

Ο σουτζούκος είναι ένα από τα παραδοσιακά γλυκά που απαιτούν αρκετό χρόνο προετοιμασίας. Αρχικά, οι νοικοκυρές φουσκώνουν στο νερό  ξηρούς καρπούς αμυγδάλων. Στη συνέχεια, τους περνούν με τη βοήθεια βελονιού σε μακριές κλωστές, μήκους περί το ένα μέτρο. Οι κλωστές αυτές, έπειτα βυθίζονται στο «χαρτζί» με το «παλουζέ» αρκετές φορές. Το πάχος του «σουτζούκου» θα εξαρτηθεί από το πόσες φορές η εκάστοτε νοικοκυρά θα «βαπτίσει» την κλωστή στο παλουζέ. Οι κλωστές με τις επικαλύψεις παλουζέ, τοποθετούνται πάνω σε κλαδιά, έτσι ώστε να στεγνώσουν στον ήλιο. Όταν ξηραθούν οι επικαλύψεις, τότε ο σουτζούκος είναι έτοιμος. Αξίζει να σημειωθεί πως ο «σουτζούκος» διατηρείται για αρκετό καιρό από τη μέρα παρασκευής του.

Τέλος, τα «κιοφτέρκα» είναι  άλλο ένα από τα γλυκά που φτιάχνονται έχοντας ως βάση το «παλουζέ». Στην ουσία, τα «κιοφτέρκα» είναι αποξηραμένος παλουζές, κομμένος σε μικρά τετράγωνα κομμάτια.

Πηγές:
Ιωνά Ιωάννης, Παραδοσιακά Επαγγέλματα της Κύπρου, Λευκωσία 2001
Νίκος Ιωάννου, γραμματέας Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πλατρών
Χατζηθωμάς Ανδρλεας (επιμ.), Κύπρος, τ. 6
Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ. 5 και τ. 12